fbpx

ΑΡΘΡΟ: Περιμένοντας τις φάσες


30/09/2019

Τα μπασίματα του Οκτώμβρη

Φάσα… «Μάτι» γερακιού, δύναμη πονηριά και εξυπνάδα. Είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μοναδική συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της στο κυνήγι, που γίνεται συναρπαστικό, γιατί έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε ένα δυνατό και πανέξυπνο πουλί, εν κατακλείδι ένα άξιο «αντίπαλο».
Η φάσα είναι πουλί αποδημητικό και οι περιοχές που φωλιάζει είναι η Σκανδιναβία, τα Βρετανικά νησιά, η Ρωσία. Τους πρώτους μήνες του χειμώνα και από τα μέσα του Οκτώβρη και μετά κατεβαίνει στις νοτιότερες χώρες της Ευρώπης, στα Βαλκάνια και προς την Ασία, στις οποίες μένει και το καλοκαίρι για επώαση, αλλά σε μικρούς αριθμούς.
Έρχεται σε μεγάλα κοπάδια. Μεταναστεύει όχι μόνο με ευνοϊκούς ανέμους (βόρειοι, ΒΑ, μέτριοι), αλλά και με νοτιάδες, γιατί μπορεί να πετάει αντίθετα στον αέρα, λόγω της μεγάλης ουράς, πράγμα που δεν το κάνουν τα περισσότερα μεταναστευτικά πουλιά.
Το αξιοσημείωτο με τη φάσα είναι ότι δεν περνάει κάθε χρόνο από τα ίδια μέρη που την είχαμε βρει άλλες χρονιές.
Μετακινείται σε πολλές περιοχές ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της τροφής. Προς το τέλος του Οκτώβρη και γενικά στις πρώτες μέρες των μπασιμάτων, προτιμά τα καλαμπόκια που ήδη έχουν θεριστεί, την οξιά αλλά και τη βελανιδιά, η οποία θα κρατήσει και το μεγαλύτερο αριθμό πουλιών, καθώς μπορεί να της προσφέρει τροφή για όλη τη διάρκεια του χειμώνα.
Όσο περνάει ο καιρός και ελαττώνεται η ποσότητα των βελανιδιών και του καλαμποκιού, τη συναντάμε και στα χωράφια κατά την περίοδο της σποράς, όπου βόσκει σιτηρά.
Από τον Δεκέμβρη και μετά παραμένει στις ψηλές κορυφές των βουνών, όπου κουρνιάζει πάντα μετά την ημερήσια περιπλάνηση και τρώει σπόρους πεύκων, ελάτων και ιδιαίτερα το βαλανίδι της αριάς , το οποίο δεν πέφτει στο χώμα γρήγορα όπως της κοινής βελανιδιάς.
Φυτρώνει στα βουνά (όχι όλα) σε χιλιάδες στρέμματα, έχει ένα μικρό βελανίδι πολύ πιο γλυκό σε σχέση με τα βελανίδια του πουρναριού και της κοινής βελανιδιάς και το προτιμά η φάσα.
Επειδή συνήθως μετακινείται σε μεγάλα κοπάδια, που μερικές φορές φτάνουν τις χιλιάδες, όπως καταλαβαίνουμε, όπου «πέσει», αφανίζει τα σιτηρά ή τα άλλα είδη τροφής.
Αυτό είναι η αιτία που δεν μπορεί να μείνει για πολλές μέρες σε μία συγκεκριμένη περιοχή, η οποία δεν έχει πλέον τροφή.
Είναι μεγαλύτερη από τα άλλα περιστέρια, φτάνοντας τα 40-45 εκ. μήκος. Αναγνωρίζεται από μακριά από τις άσπρες λωρίδες στις φτερούγες και την άσπρη κηλίδα σε κάθε πλευρά του λαιμού.
Τα μικρά πουλιά (πιτσούνια) δεν έχουν τις άσπρες κηλίδες στον λαιμό. Έχει πολύ δυνατή όραση, αντιλαμβάνεται από μακρινές αποστάσεις τον κυνηγό που κινείται και δεν είναι καλά καμουφλαρισμένος.
Πάντα το κοπάδι έχει φύλακα, ο οποίος κάθεται στο πιο ψηλό δέντρο και παρακολουθεί τις κινήσεις του εχθρού, οπότε σε περίπτωση κινδύνου, απομακρύνονται άμεσα. Κατεβαίνουν το πρωί από τις κορυφές των βουνών στα χαμηλότερα μέρη.
Το μεσημέρι ξεκουράζονται στα γύρω δέντρα και κυρίως όπου έχει νερό. Το απόγευμα επανέρχονται για βοσκή και μετά ανεβαίνουν πάλι στα βουνά για βραδινό κούρνιασμα.

τα μπασίματα..

Είναι αυτά που «στοιχειώνουν» τα όνειρα των απανταχού φασάδων. Πολλά χιλιόμετρα, ατέλειωτες ώρες και μέρες αναμονής για το μεγάλο πέρασμα. Άλλες φορές έχουμε σταθεί τυχεροί, άλλες μείναμε ολόκληρες μέρες στο βουνό χωρίς να έχουμε την τύχη της μεγάλης συνάντησης.
Τα φασοκάρτερα των περασμάτων, είναι πάνω – κάτω γνωστά σε όλους τους φασοκυνηγούς, με τη Β. Ελλάδα να έχει τα σκήπτρα, τόσο στους αριθμούς των πουλιών όσο και στην προτίμηση των κυνηγών.
Γρεβενά, Κοζάνη, Καστοριά, Γιάννενα και Δράμα, υποδέχονται το μεγαλύτερο αριθμό πουλιών, αλλά συγκεντρώνουν και τους περισσότερους κυνηγούς.
Παρ όλα αυτά και η Στερεά Ελλάδα υποδέχεται μεγάλο αριθμό πουλιών ανάλογα με την εποχή και κυρίως τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν.
Δε θα κάνουμε λεπτομερή αναφορά στις περιοχές, γιατί η αναζήτηση είναι ίσως και αυτή ένα στοιχείο που προσθέτει «μαγεία» στο κυνήγι της.
Ας δούμε όμως κάποιους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη μετακίνηση της φάσας, που μπορούν να μας βοηθήσουν στην επιλογή των κατάλληλων ημερών αλλά και περιοχών για την αναζήτηση της.
Καταρχήν οι ημερομηνίες… ότι και να γίνει, όποιες καιρικές συνθήκες και να επικρατήσουν τα πουλιά θα ξεκινήσουν το ταξίδι τους προς το νότο μέσα στις προκαθορισμένες ημερομηνίες.
Από αρχές Οκτώβρη μέχρι και τα αρχές του Νοέμβρη, τα πουλιά θα ξεκινήσουν και θα ολοκληρώσουν τη μετακίνηση τους.
Πολλές φορές ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν όχι στη χώρα μας, αλλά στις βορειότερες χώρες τα πουλιά θα ξεκινήσουν νωρίτερα από το αναμενόμενο, που είναι το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτώβρη.
Προσωπικά το μεγαλύτερο μπάσιμο το συνάντησα πριν αρκετά χρόνια στα Γρεβενά, στις 7 του Οκτώβρη και συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό έως και τις 11 του μηνός.
Άστατος καιρός «πίσω» και καθαρός «μπροστά», είναι αυτό που θα πρέπει να αναζητήσουμε στο μετεωρολογικό δελτίο.
Όλα τα πουλιά διαθέτουν αυτή τη μαγική αίσθηση του καιρού και σχεδόν πάντα τον προλαβαίνουν.
Οι απότομες εναλλαγές του καιρού και περισσότερο οι συνεχείς νοτιάδες, αποτρέπουν τις φάσες από τη μετακίνηση, παρά τη δυνατότητα τους όπως προαναφέραμε να πετάν με κάθε καιρό. Και αυτό γίνεται τόσο για οικονομία δυνάμεων, αλλά και λόγο της σύσφιξης του κοπαδιού.
Τα μεγαλύτερα πουλιά επιλέγουν τις καιρικές συνθήκες που μπορούν να ακολουθούσουν και τα νεώτερα και λιγότερο δυνατά πουλιά, σε αντίθεση με τα τρυγόνια που τα ενήλικα φεύγουν πρώτα και τα νεώτερα ακολουθούν. Στο ταξίδι τους στο κοπάδι μπροστά και πίσω βρίσκονται τα πιο έμπειρα πουλιά που ρυθμίζουν τα πάντα στο υπόλοιπο σώμα του κοπαδιού, είτε αυτό είναι η κατεύθυνση, είτε η ταχύτητα, είτε το σημείο που θα ξεκουραστούν.
Οι συνεχόμενες μέρες με ελαφρύ βοριαδάκι συγκεντρώνουν και τις μεγαλύτερες πιθανότητες για τα μεγάλα μπασίματα.
Αυτό ισχύει για όλα τα αποδημητικά, έτσι και οι φάσες προτιμούν ταξιδεύουν με βοριά, καθαρή ατμόσφαιρα και αν είναι δυνατόν και με σχετική ηλιοφάνεια.
Αν πέσουμε σε συνεχείς βροχές και ισχυρούς νοτιάδες που κρατάν για αρκετές μέρες και το παραμικρό άνοιγμα του καιρού θα βάλει πουλιά, έστω και αν η διάρκεια του δε ξεπερνά τη μία ή και τη μισή μέρα ακόμα.
Γι αυτό το λόγο σε τέτοιες συνθήκες, θα συναντήσουμε σημαντικά μπασίματα μετά τις 9 ή 10 το πρωί ή ακόμα και το απόγευμα.
Ας μην ξεχνάμε πως η φάσα είναι ένα πανέξυπνο πουλί που λειτουργεί συλλογικά.
Σε καλές καιρικές συνθήκες, μεγάλος αριθμός των πουλιών δεν προσεγγίζει μια περιοχή στην τύχη. Λίγες μέρες πριν το «μεγάλο» πέρασμα, θα παρατηρήσουμε μικρά κοπάδια των 5 – 7 πουλιών, που θα περάσουν και θα παρατηρήσουν εξονυχιστικά την περιοχή που έχουν επιλέξει. Τα πουλιά αφού πρώτα προσεγγίσουν και παρατηρήσουν μια περιοχή, θα την επιλέξουν μόνο αν τους προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης. Αυτό είναι ένα πρώτο «σημάδι» που πρέπει να προσέξουμε.
Ένα δεύτερο «σημάδι» που προηγείται συνήθως του μεγάλου μπασίματος, είναι τα τσιχλοκότσυφα. Όσες φορές, συνάντησα μεγάλο πέρασμα κυρίως από κοτσύφια την επόμενη μέρα ή τη μεθεπόμενη, ακολούθησαν και οι φάσες.
Όλα αυτά βέβαια είναι βιώματα, εμπειρίες και θεωρίες που η φάσα αρέσκετε πολλές φορές να διαψεύδει και η τύχη να έχει τον πρωταρχικό ρόλο… όμως επειδή οι εποχές είναι δύσκολες, καλό είναι να επιλέξουμε τις καλύτερες συνθήκες για να έχουμε και τις καλύτερες πιθανότητες με το μέρος μας.

Κυνήγι & τεχνικές

Παρόλο που η κίνησή της και το μέγεθος της κατά την πτήση της στον αέρα, είναι φαινομενικά πολύ πιο στρωτή και προβλέψιμη σε σχέση με του τρυγονιού, η συγκομιδή ενός ικανοποιητικού αριθμού φασσών από τον κυνηγό είναι πολύ δυσκολότερη.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει στα παπιά και τις χήνες, αλλά για διαφορετικούς λόγους.

Το καρτέρι που επιλέγουμε έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, κυρίως για το θέμα ύψους που αναγκάζονται να περάσουν οι φάσες.
Στα μπασίματα του Οκτώβρη και του Νοέμβρη, κάποια σημεία στις ράχες και στις κορυφογραμμές αναγκάζουν τη φάσα να “γλείψει” για να περάσει.
Αυτά είναι τα καρτέρια που αποδίδουν και είναι τα λεγόμενα πρώτα καρτέρια και συνήθως δεν είναι για παραπάνω από 3-4 ντουφέκια.
Τα δεύτερα καρτέρια έχουν πολλές απώλειες εξαιτίας των αποστάσεων που περνούν οι φάσες.

Σημαντικός παράγοντας για το κυνήγι της είναι και η κάλυψη και το καμουφλάζ που δε συγχωρεί προχειρότητες.
Είναι γεγονός πως τα μόνα σημεία του σώματός μας που μένουν ακάλυπτα είναι το πρόσωπο και τα χέρια, μια λεπτομέρεια στην οποία οι περισσότεροι κυνηγοί δεν δίνουν σημασία και όμως είναι τα σημεία που δίνουν σήμα κινδύνου στη φάσα.
Συνήθως τα κυνηγετικά μας ρούχα είναι σκούρα, χακί-πράσινα, καφετιά κ.λπ., ενώ τα χέρια και το πρόσωπό μας με το ανοιχτό χρώμα, μέσα σ’ αυτά τα ρούχα, ενεργούν σαν φωτεινοί σηματοδότες προς το γύρω περιβάλλον. Όσο ακίνητοι και να είμαστε, το κεφάλι και τα χέρια πάντα βρίσκονται σε κίνηση.
Αυτήν την κίνηση, η φάσα την αντιλαμβάνεται από πολύ μακριά και ξαφνικά αλλάζει πορεία, αφήνοντάς μας με το χέρι στη σκανδάλη και «ανεξήγητα» ερωτηματικά για τη συμπεριφορά της.
Να φοράμε πάντα καπέλο με γείσο, για να σκιάζει κατά κάποιο τρόπο το πρόσωπο και να καθόμαστε πάντα σε ίσκιους, για να μην αντανακλούν τα μεταλλικά μέρη του όπλου, αλλά και οτιδήποτε μεταλλικό των ρούχων μας.
Απαραίτητη σε όλες τις περιπτωσεις είναι η φυλάχτρα, που θα κατασκευαστεί από φυσικά υλικά (χόρτα, κλαριά κ.λπ.) του γύρω περιβάλλοντος, για να δένει μ’ αυτό, γιατί η φάσα αποφεύγει οτιδήποτε ξένο προς το περιβάλλον που κινείται και βόσκει.
Επίσης για ανοιχτούς χώρους, όπου συνήθως δεν υπάρχει περίπτωση να κατασκευάσουμε φυλάχτρα εύκολα ή να καλυφθούμε, μπορούμε να βρούμε στο εμπόριο τεχνητές φυλάχτρες στο χρώμα του περιβάλλοντος που κυνηγάμε, τις οποίες στήνουμε εύκολα και γρήγορα.
Μία λεπτομέρεια: Δεν πρέπει ποτέ να βγάζουμε το κεφάλι και το όπλο πάνω από τη φυλάχτρα, αλλά να παρατηρούμε τα κοπάδια μέσα απ’ αυτήν μέχρι και την στιγμή που θα περάσει το κοπάδι σε ακτίνα βολής.

Το κεφάλαιο φάσα δεν τελειώνει εύκολα, όπως και όλα συνήθως τα κυνήγια διαφορετικών θηραμάτων. Η γνώση και η εμπειρία έρχεται σιγά-σιγά μέσα από το ίδιο το κυνήγι. Οι προσωπικές εκτιμήσεις του καθενός έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και είναι συνήθως σωστές σε σχέση με τον τρόπο που επιλέγει ο ίδιος να κυνηγήσει και όχι σε σχέση με το τι ευχαριστεί τον άλλο κυνηγό.
Αυτά, λοιπόν, που προτείνω είναι προσωπικές μου εκτιμήσεις και όχι κανόνες. Είναι, όμως, κοντά στους μέσους όρους που θα’ θελε να ξέρει ένας καινούργιος κυνηγός.
Αυτός που θα κάνει πολλές εξόδους κάθε χρόνο και θα αγαπήσει το κυνήγι της φάσας σίγουρα θα βρει τις δικές του “συνταγές” για να νιώθει ικανοποιημένος με τις επιλογές του στο κυνήγι της.
Του Ανδρέα Καραγιάννη

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ